αἰνετός

αἰνετ-ός, ή, όν,
A praiseworthy, dub. in Antim.25 codd., Arist.Rh.1402b11, AP7.429 (Alc.), LXXLe.19.24.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αἰνετός — praiseworthy masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴνετος — αἰνετός praiseworthy masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αινετός — Μυθολογικό πρόσωπο. Γιος του βασιλιά της Φωκίδας Δικώνα ή Δηιονέα και της Διομήδης, κόρης του Ξούθου. * * * ή, όν (Α αἰνετὸς) [αἰνῶ] αυτός που αξίζει να αινείται, να εξυμνείται, επαινετός …   Dictionary of Greek

  • αἰνετώτερον — αἰνετός praiseworthy adverbial comp αἰνετός praiseworthy masc acc comp sg αἰνετός praiseworthy neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνετόν — αἰνετός praiseworthy masc acc sg αἰνετός praiseworthy neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνέτω — αἰνετός praiseworthy masc/neut nom/voc/acc dual αἰνετός praiseworthy masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰνετοῖς — Αἰνετός praiseworthy masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνετοῖς — αἰνετός praiseworthy masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰνετοί — Αἰνετός praiseworthy masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰνετοῦ — Αἰνετός praiseworthy masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνετῆς — αἰνετός praiseworthy fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.